In Search of Vanished Blood (d13, Nalini Malani)

Ο κύκλος κάποιων ενδεικτικών video-installation που προβλήθηκαν στη Documenta 13 ολοκληρώνεται με το έργο της Nalini Malani, In Search of Vanished Blood. Η Ινδή καλλιτέχνις μετρά στο ενεργητικό της συμμετοχές σε πολλές Biennale, ομαδικές και ατομικές εκθέσεις. Έργα της βρίσκονται και στις μόνιμες συλλογές μεγάλων μουσείων ανά τον κόσμο όπως στη MoMA, στο British Museum, στις Εθνικές Πινακοθήκες της Βομβάης και του Νέου Δελχί και σε πολλές άλλες ακόμα. Μαζί με άλλους Ινδούς καλλιτέχνες έχει επιμεληθεί και τη Manifesta του 2008. Η Malani παρά τις άσχημες κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν στη χώρα της, διαθέτει ένα πολύ δυνατό βιογραφικό άρρηκτα συνδεδεμένο με τις δημιουργίες της.

Κύρια πρωταγωνίστρια σε όλα τα έργα της είναι η γυναίκα και συγκεκριμένα η Ινδή γυναίκα. Παρουσιάζει τα προβλήματα της μέσα σε μια κοινωνία που την παραγκωνίζει συνεχώς, δεν την αφήνει να μορφωθεί, να πάρει τις δικές της αποφάσεις και να ανοίξει τα φτερά της. Κάτι που όμως η Malani κατάφερε να κάνει. Τα έργα της συγκρούονται με τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό και τα κοινωνικά στερεότυπα. Τα μέσα που χρησιμοποιεί στην ανάπτυξη των έργων της είναι ένα πάντρεμα παράδοσης με τα νέα εικαστικά εργαλεία. Ο λόγος που χρησιμοποιεί την παράδοση είναι λόγω της μεγάλης εικαστικής ινδουιστικής παράδοσης και των αγγλικών επιρροών σε αυτή. Αυτή τη μέθοδο χρησιμοποιούν οι περισσότεροι Ινδοί καλλιτέχνες της γενιάς της. Ινδουιστικοί μύθοι, γυναικεία αρχέτυπα και σύμβολα δημιουργούν ένα ιδανικό εικαστικό περιβάλλον για τις δημιουργίες της Malani.

Η νέα δημιουργία της καλλιτέχνιδος, In Search of Vanished Blood, είναι ένα ξεκάθαρο και επιτυχές δείγμα της παραπάνω τεχνικής. Η Malani παρουσιάζει ινδουιστικούς μύθους οι οποίοι βρίσκονται σε αντιστοιχία με άλλους αρχαίους ελληνικούς. Τα πρόσωπα και οι δράσεις τους μέσα στους ινδουιστικούς μύθους και κατ΄ επέκταση το ηθικό δίδαγμα σε καθέναν από αυτούς είναι παρόμοια με άλλους ελληνικούς. Για παράδειγμα ο αντίστοιχος ινδουιστικός μύθος της Κασσάνδρας είναι και η κύρια επιρροή της δημιουργού για το συγκεκριμένο installation. Το παρόν έργο αποτελούταν από 5 κυλίνδρους, με ζωγραφισμένα σύμβολα, τοποθετημένους στη σειρά και κρεμασμένους από την οροφή της αίθουσας, οι οποίοι περιστρέφονταν νωχελικά. Την ίδια στιγμή από διαφορετικές πλευρές της αίθουσας αναπτύσσονταν 6 προβολές. Κάποιες από αυτές κατέληγαν απευθείας στον τοίχο αλλά οι πιο πολλές διαπερνούσαν τους εν κινήσει κυλίνδρους αποδίδοντας έτσι τη σκιά των συμβόλων που ήταν ζωγραφισμένα σε αυτούς. Όπως είναι φυσικό οι εικόνες συνεχώς εναλλάσσονταν στους τοίχους χωρίς όμως να υπάρχει αταξία. Αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό αυτής της δημιουργίας. Μπορεί τα σύμβολα που χρησιμοποιεί η καλλιτέχνις να είναι πολλά, όπως και οι εικόνες που περνούν μπροστά από τα μάτια του θεατή, παρ ’όλα αυτά η εγκατάσταση ούτε κουράζει, ούτε μπερδεύει. Αντιθέτως η Malani έχει καταφέρει να παρουσιάσει τη δικιά της αφήγηση με απόλυτη ισορροπία και θεατρικότητα.

Από αυτήν την εγκατάσταση δε θα μπορούσε να λείπει και η μουσική συνοδεία. Καθ’ όλη τη διάρκεια της προβολής αναπαράγονταν επιβλητικοί ήχοι καθώς και μία απαγγελία της Κασσάνδρας η οποία καθήλωνε τον θεατή. Τα λόγια της αντιτίθενται σε όλα τα γυναικεία χαρακτηριστικά τα οποία είναι η δημιουργία, η γέννηση και η συγχώρεση. Η Κασσάνδρα καταστρέφει τις δημιουργίες της και τις “ξαναθάβει” στη μήτρα της, δείχνοντας την απογοήτευση της για το πως της φέρθηκε ο κόσμος. Μέσα στα λόγια της Κασσάνδρας βρίσκεται η συμπόνια για όλες τις καταπιεσμένες γυναίκες.

Η Malani για την πραγματοποίηση της εγκατάστασης χρησιμοποιεί όλες τις αρχαίες μεθόδους αφήγησης με έναν πολύ σύγχρονο τρόπο, επιτυγχάνοντας μια ισορροπία ανάμεσα σε αυτά που θεωρεί η ίδια, υψηλή και χαμηλή τεχνολογία. Με τον όρο “υψηλή” η καλλιτέχνις εννοεί την εισαγωγή του video και με τον όρο “χαμηλή” εννοεί την χρήση των κυλίνδρων. Δημιουργεί λοιπόν, ένα λειτουργικό περιβάλλον στο οποίο ο θεατής περιβάλλεται εξολοκλήρου από εικόνες και ήχους, υπερτονίζοντας το θεατρικό στοιχείο της εγκατάστασης.

Στην εγκατάσταση της Malani τα σύμβολα έχουν το κυρίαρχο ρόλο της αφήγησης. Αυτά που χρησιμοποιεί είναι επηρεασμένα από γυναικεία αρχέτυπα ινδουιστικών μορφών όπως της Radha, της Sita και της Draupadi αλλά και άλλων δυτικών εικόνων όπως της Κασσάνδρας και της Μήδειας αλλά και της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων. Παρά τη χρονολογική και πολιτισμική απόσταση που χωρίζει όλα αυτά τα γυναικεία σύμβολα, τα νοήματα που σχετίζονται με αυτά τα πρόσωπα είναι σχεδόν πανομοιότυπα. Εξαπατημένες γυναίκες που προσπαθούν να βρουν ένα καταφύγιο και να αλλάξουν τη μοίρα τους. Το ένστικτο τους είναι το σημαντικότερο στοιχείο που τις οδηγεί σε όλη τους τη ζωή. Στη συγκεκριμένη εγκατάσταση η καλλιτέχνις αναπαράγει και την αντίληψη πως το αρσενικό και το θηλυκό στοιχείο ενυπάρχει σε όλους, χρησιμοποιώντας την απαγγελία της Κασσάνδρας. Μέσα από την καταστροφική φύση της, αποστρέφεται κάθε γυναικείο χαρακτηριστικό της. Θέλει έτσι να αποδείξει πως αυτή η σχέση μεταξύ των δύο φύλων βρίσκεται σε αντιστοιχία με την ισορροπία της ζωής και του θανάτου.

Αυτό που επιτυγχάνει εξαιρετικά η Malani είναι η αφήγηση των παλιών μύθων με μια σύγχρονη οπτική. Αν και ο φεμινισμός είναι έντονος, το έργο της δεν είναι τετριμμένο, είναι γεμάτο εικόνες και σύμβολα που κρατούν τον θεατή σε μια συνεχή εγρήγορση. Ο τρόπος παρουσίασης αυτής της εγκατάστασης με τη χρήση των κυλίνδρων και των video είναι εξαίρετα πρωτότυπος και το έργο καθ’ αυτό μια όμορφη εξιστόρηση μύθων.

Βίκυ Κ.

The Refusal of Time (d13, William Kentridge)

Στη Documenta 13 το στίγμα τους άφησε ο μεγάλος αριθμός των video-art. Από απλές προβολές στον τοίχο μέχρι σύνθετες εγκαταστάσεις με πολύπλοκους μηχανισμούς, ο κάθε δημιουργός αυτών των video επέλεξε τον ιδανικό τρόπο προβολής που να συμβαδίζει με το θέμα του. Υπαρξιακά, μυθολογικά, πολιτιστικά και πολιτικά τα θέματα που αναπτύσσονται σε αυτές τις προβολές. Το παρόν κείμενο θα ασχοληθεί εκτενώς με ένα video-installation.

Το έργο αυτό, “The Refusal of Time” προβλήθηκε στις παλιές αποθήκες του Σιδηροδρομικού Σταθμού του Κάσσελ. Ο δημιουργός του, William Kentridge, είναι ένα πρόσωπο γνωστό για τις ιδιαίτερες δημιουργίες του. Η παρουσία του είναι έντονη από το 1997 σε Biennale και Documenta όπως και σε μεγάλα Μουσεία παγκοσμίως, MoMA, Louvre, Albertina, Chicago Museum of Contemporary Art, San Francisco Museum of Modern Art κ.α. Δεν είναι τυχαίο πως τον καλλιτέχνη αντιπροσωπεύει η Marian Goodman Gallery, μια γκαλερί που ανάμεσα στους καλλιτέχνες της βρίσκεται και ο πλουσιότερος πλέον καλλιτέχνης εν ζωή, ο Gerhard Richter. Ο William Kentridge γεννημένος και εγκατεστημένος μόνιμα στο Johannesburg της Νότιας Αφρικής έχει σπουδάσει Πολιτικές και Αφρικάνικες Σπουδές αλλά και στην Καλών Τεχνών. Οι μεταγενέστερες σπουδές έλαβαν χώρα στο Παρίσι και αφορούσαν την μίμηση και το θέατρο. Ο ίδιος ήθελε πάντα να ασχοληθεί με τις τέχνες και ιδιαίτερα την υποκριτική αλλά δε φανταζόταν ποτέ τον εαυτό του ως έναν εικαστικό καλλιτέχνη. Το φάσμα δε, των εικαστικών τεχνών με τις οποίες ασχολείται είναι ευρύ αλλά το σήμα κατατεθέν του είναι τα ιδιαίτερα animated films του.

Σκοπός του “The Refusal of Time” είναι να προβάλει τον τρόπο που βιώνει ο άνθρωπος τον χρόνο, το τέλος της ζωής αλλά και παράλληλα την άρνησή του. Η αρχική ιδέα του δημιουργού για αυτήν την παρουσίαση ήταν η προβολή του video στην οροφή του χώρου, όμως η συγκεκριμένη αίθουσα δεν το επέτρεψε και έτσι το video προβλήθηκε σε μια σειρά προβολών στους τοίχους, σαν μία όπερα. Στο κέντρο της αίθουσας βρισκόταν η εγκατάσταση μιας σύνθετης ξύλινης μηχανής, του “κινητήρα αναπνοής” όπως τον ονομάζει ο καλλιτέχνης. Σε κάθε γωνία του χώρου υπήρχαν μεταλλικά μεγάφωνα που το καθένα αναπαρήγαγε σε διαφορετική χρονική στιγμή, κυρίως παραδοσιακούς αφρικάνικους ήχους και μονολόγους του Kentridge. Εκτυλίσσονταν λοιπόν ταυτόχρονα, 5 βιντεοπροβολές σε 3 τοίχους, οι οποίες παρουσίαζαν είτε μια σειρά αλληλοσυμπληρουμένων προβολών, είτε διαφορετικά αλλά νοηματικά συνδεόμενα μεταξύ τους αποσπάσματα.

Ο χρόνος λοιπόν, πρωταγωνιστής αυτής της δημιουργίας ενσαρκώνεται μέσα από ρολόγια και μετρονόμους. Τα ρολόγια εκφράζουν το «μηχανικόν» το οποίο αντιπροσωπεύει τον άνθρωπο και το σώμα μας ως μηχανή. Οι κινούμενες εικόνες κάνουν μια παρέλαση μέσα στους τοίχους. Τα αντικείμενα με τα οποία αναλύει ο καλλιτέχνης την έννοια του χρόνου είναι πολλά και ο τρόπος προσέγγισης είναι αν μη τι άλλο, σουρεαλιστικός. Μια προσπάθεια μάλιστα, ανάλυσης του φιλμ περισσότερο θα μπέρδευε αντί να διευκολύνει. Η εμπειρία στην οποία γίνεται κοινωνός ο θεατής, είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίο θα μπορούσε κανείς να αντιληφθεί το εύρος των επιρροών και των νοημάτων του “The Refusal of Time”. Ήταν μία από τις πιο ιδιαίτερες και βαθυστόχαστες παρουσιάσεις της έκθεσης, πράγμα που όπως φαίνεται το αντιλήφθηκαν και οι επιμελητές της Documenta 13, αφού στο χώρο της εγκατάστασης του Kentridge επιτρεπόταν η είσοδος μόνο σε συγκεκριμένο αριθμό ατόμων και μετά το πέρας της προηγούμενης προβολής, όπως ακριβώς στον κινηματογράφο. Αυτό ήταν εξαιρετικά σημαντικό για την ουσιαστική επαφή με την εμπειρία, καθώς η απουσία των αντίστοιχων κανόνων σε άλλα video-art της έκθεσης (τα οποία θα αναφερθούν σε επόμενα άρθρα) λειτούργησε επιζήμια για τα ίδια τα έργα.

Η εγκατάσταση καθ’ όλη τη διάρκεια της κρατάει τον θεατή σε εγρήγορση. Ο μεγάλος αριθμός των video που καλείται να παρατηρήσει παράλληλα με την ασύγχρονη μουσική επιτυγχάνουν μια ιδιάζουσα αρμονία. Αυτό το κολλάζ εικόνων και ήχων φανερώνει τόσο την πληθώρα επιρροών του καλλιτέχνη όσο και την εσωτερική του ανάγκη να προβληματίσει αναφορικά με τον τρόπο που βιώνουμε τον χρόνο. Πρόκειται λοιπόν για μια σύνθεση πολυπολιτισμικών νοημάτων με την οποία ο Kentridge προσπαθεί να αναπτύξει μια αντίσταση στα χρονικά συστήματα αλλά και κατ’ επέκταση στα δεσμά του προσωπικού μας κόσμου. Η ταξινόμηση και η κατανομή του χρόνου σε μετρήσιμα μεγέθη οδηγεί στον στείρο προγραμματισμό της ζωής μας και σταδιακά στον έλεγχο τόσο αυτής όσο και της καθημερινότητας μας. Πρόκειται λοιπόν για ένα πολυδιάστατο video που προσφέρει πολλούς τρόπους ανάγνωσης ενώ κατορθώνει να καθηλώσει και να ενθουσιάσει τον θεατή.

Ανάμεσα στα υπόλοιπα video installation που παρουσιάστηκαν στην Documenta 13 το έργο του William Kentridge ξεχωρίζει. Μαζί με το “Cabaret Crusades” του Wael Shawky αποτελούν τις μεγαλύτερες εγκαταστάσεις τόσο από άποψη χώρου όσο και χρόνου σε όλη την έκθεση. Το γεγονός που καθιστά το έργο του Kentridge τόσο σημαντικό είναι ενδεχομένως η ιδανική συγχώνευση τόσων πολλών διαφορετικών στοιχείων και μεθόδων. Αυτή η εισαγωγή, τόσων ετερόκλητων μοτίβων ενισχύει την ύπαρξη πολλών συμβόλων τα οποία διευκολύνουν αλλά και ενίοτε επισκιάζουν την ανάγνωση του έργου. Επίσης, οι διαφορετικές μέθοδοι ανάπτυξης του video προσφέρουν μια πολυπλοκότητα στην προβολή που τραβά την προσοχή του θεατή. Αυτός ο συνδυασμός κατορθώνει μια ισορροπία η οποία αναδεικνύει το “The Refusal of Time” σε ένα από τα καλύτερα video-art της έκθεσης.

Βίκυ Κ.